Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

δε μ' εματσούκωσε, δε μ' αγαπά




Την εποχή της τουρκοκρατίας οι γυναίκες ζούσαν κάτω από δυο ζυγούς, αυτόν των Τούρκων κι αυτόν των ανδρών, και η θέση τους στην κοινωνία, ανεξάρτητα της οικονομικής τους κατάστασης, διαμορφώθηκε από τις βάρβαρες συνήθειες των κατακτητών και τη σκοταδιστική διδασκαλία της εκκλησίας.

«Οι γυναίκες τους δεν έβγαιναν έξω από το σπίτι κι όταν έβγαιναν φορούσαν φερετζέ. Μα οι Τούρκοι ήταν καταχτητές και μάλιστα καταχτητές βάρβαροι που μισούσαν τους γκιαούρηδες και τους κακομεταχειρίζονταν. Γι' αυτό σε πολλές πόλεις και χωριά κάνανε επιθέσεις στις Ελληνίδες. Από το φόβο αυτόν οι ραγιάδες αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στα τουρκικά έθιμα και να κλείσουν τις γυναίκες τους στα σπίτια για περισσότερη ασφάλεια και για να μη δίνουν προσχήματα στους Τούρκους.»
«Ο χριστιανισμός είχε καλλιεργήσει την αντίληψη ότι η γυναίκα ήταν επιρρεπής στους πειρασμούς του Σατανά (προπατορικό αμάρτημα) και πως η θέση της μέσα στην κοινωνία είναι κατώτερη κι ότι προορίζονταν αποκλειστικά για τη διαιώνιση του είδους. Γι' αυτό έχει ορισμένες μονάχα υποχρεώσεις και καθήκοντα, όχι όμως και δικαιώματα. Κι ακόμα ότι αυτή είναι ο κύριος φταίχτης όταν οι άντρες παραστρατίζουν.»

Οι γυναίκες έμεναν σε ξεχωριστούς οντάδες από τους άνδρες, είχαν καφάσια στα παράθυρα για να μην είναι ορατές από το δρόμο και εκκλησιάζονταν στους γυναικωνίτες. Περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στο σπίτι έτοιμες να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες των ανδρών και να τιμωρηθούν με ξύλο για κάθε "παράπτωμά" τους. 
«Στις αγροτικές περιοχές του Μοριά, της Ρούμελης, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, ο ξυλοδαρμός των γυναικών είχε σα να πούμε καταντήσει "νόμος". Υπήρχε μάλιστα και η παροιμία:
"Δεν μ' αγαπά ο άντρας μου γιατί δεν μ' εματσούκωσε."
Στη βόρεια Ήπειρο και Αλβανία μάλιστα οι παντρεμένες γυναίκες το ξύλο που έτρωγαν από τους άντρες τους το θεωρούσαν δείγμα αγάπης. Την ίδια γνώμη είχαν και οι Σκιαθίτισες τον παλιό καιρό.»

Οι φτωχές γυναίκες δούλευαν σκληρά μέσα στο σπίτι. Εκτός από τις συνηθισμένες, τις πολλές και βαριές, δουλειές του νοικοκυριού, με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας έκαναν κι όλες τις σχετικές εργασίες. 
Έξω από το σπίτι έβγαιναν για να δουλέψουν στα χωράφια και τ' αμπέλια, να μαζέψουν ξύλα και χορτάρια. Φυσικά, δεν έβλεπαν το φως του ήλιου, ξεκινούσαν αξημέρωτα και γύριζαν όταν είχε πέσει το σκοτάδι, μάτι αντρικό μη τις δει.
Παρ' όλη τη σκληρή δουλειά τους, το φαΐ δεν έφτανε πάντα γι΄αυτές και η προίκα τους δεν αρκούσε για να δελεάσει τον πολυπόθητο γαμπρό. Τότε,οι γονείς τις έστελναν δούλες σε εύπορες οικογένειες των μεγάλων πόλεων, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Τουρκίας όπου πλήρωναν καλύτερα.

«Στα χρόνια της τουρκοκρατίας κι αργότερα ακόμα, για ένα ξεροκόματο, έδιναν τα κορίτσια τους στα πλουσιόσπιτα. Το τι τραβούσαν και πώς τρέφονταν δεν περιγράφεται. Οι δούλες ζούσαν τη ζωή της σκλάβας. Εργάζονταν 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο κάτω από τις πιο ανθυγιεινές συνθήκες. Πολύ λίγα αφεντικά καλομεταχειρίζονταν τις δούλες τους. Οι περισσότερες αρχόντισες όχι μόνο έδερναν τα δυστυχισμένα αυτά πλάσματα, αλλά και τους έδιναν το ψωμί σαν αντίδωρο και μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα οι δούλες έτρωγαν ένα κομάτι κρέας. Τον άλλο καιρό όλο το χρόνο, το μεσημέρι και το βράδι, ένα ξεροκόματο, δυο ελιές και μισό κρομύδι. Αυτό ήταν και "γεύμα και δείπνο".
Εξόν όμως από τη σκυλίσια αυτή ζωή, οι δούλες ικανοποιούσαν και τις σεξουαλικές ορμές των αγοριών των αφεντικών τους.»

Οι αρχόντισσες ήταν απαλλαγμένες από τις δουλειές, είχαν, όπως είπαμε, άλλες γυναίκες, τις δούλες, γι΄αυτό το σκοπό. Κι επιπλέον είχαν την ευκαιρία να βγαίνουν έξω τη μέρα, πάντα με τη συνοδεία των υπηρετριών τους. Εκκλησιάζονταν συνήθως στις ιδιωτικές εκκλησίες που οι πλούσιοι έχτιζαν στις αυλές τους για να προστατέψουν τις συζύγους τους από τους Τούρκους και τις φτωχές γυναίκες που θα αναγκάζονταν να συναναστραφούν στο γυναικωνίτη.
Στις γιορτές είχαν το δικαίωμα να βγουν έξω και να διασκεδάσουν, αλλά και να δώσουν την ευκαιρία στους άντρες να επιλέξουν νύφες. Κρατώντας αποστάσεις από τον ανδρικό πληθυσμό, κυρίως τον παρακατιανό, μπορούσαν να παρευρεθούν στα γλέντια της πλατείας και του περιβόλου της εκκλησίας.



στη βιβλιοθήκη του περιοδικού
 "Η μεγάλη ιστορία της Ελλάδας"
του Γιάννη Κορδάτου 

2 σχόλια:

  1. Εκπληκτική η παράθεση ιστορικών στοιχείων Αλεξάνδρα μου. Σε μια μεγάλη ιστορική μέρα που δυστυχώς και αυτή όπως και πολλές άλλες έχουν, έντεχνα, αλλοιωθεί και ενσωματωθεί σε μια χυδαία και βολική συστημική άποψη.
    Τις καλησπέρες μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαρακτηριστικές οι παραπομπές που παρουσιάζεις, Αλεξάνδρα.
    Απάνθρωπες συνθήκες επί αιώνες.

    Προσθέτω κι εγώ μια μαρτυρία, όπως τη βρήκα στο χειρόγραφο ενός δασκάλου τού χωριού μου, ο οποίος υπηρέτησε τα έτη 1865-1871. (Το χωριό μου απελευθερώθηκε το 1912).
    «Ιδίοις όμμασιν είδον γυναίκας φυλακισμένας εις το κωδωνοστάσιον, έδεσαν τα ζωνάρια των, το εν μετά το άλλον, έδεσαν το παιδί τής Σιαπράζενας και το ανεβίβασαν δια να το θηλάση».
    Δηλαδή: Ο επικεφαλής τής φρουράς τού χωριού φυλάκισε αρκετές γυναίκες στο κωδωνοστάσιο επειδή δεν είχαν δείξει τον προσήκοντα σεβασμό στο πρόσωπό του. Οι γυναίκες έδεναν τις ζώνες τους για να κάνουν σχοινί και ανέβαζαν απ’ έξω τα μωρά για να τα θηλάσουν οι φυλακισμένες μητέρες! Αυτά συμβαίνουν τη δεκαετία τού 1880.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...